H Χέντι Λαμάρ, την εποχή της μεγάλης δόξας της, στις δεκαετίες του ‘30 και του ‘40, θεωρείτο η πιο όμορφη και εξωτική γυναίκα του κόσμου.

Ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός και εφευρέτρια, αυστριακής καταγωγής.

Εκτός από τη μεγάλη καριέρα της στο Χόλιγουντ, διακρίθηκε και ως εφευρέτρια με την ανακάλυψη της πρώτης μορφής των μεθόδων διασποράς φάσματος, βασικής τεχνολογίας για τις ασύρματες τηλεπικοινωνίες σήμερα (Wi-Fi, Bluetooth, CDMA).

hendi exothema.gr

Η Χέντι Λαμάρ (Hedy Lamarr) γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1913 στη Βιέννη. Το πραγματικό της όνομα ήταν Χέντβιχ Ίβα Μαρία Κίσλερ (Hedwig Eva Maria Kiesler) και ήταν η μοναχοκόρη του τραπεζίτη Εμίλ Κίσλερ και της πιανίστριας Γκέρτρουντ Λίχτβιτς. Θαμπωμένη από τη λάμψη του κινηματογράφου, εγκατέλειψε σχολείο, οικογένεια και πλούτη, για να δουλέψει στη Γερμανία με τον σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρτ και το 1930 γύρισε την πρώτη της ταινία.

 

hendi1exothema.gr
Τρία χρόνια αργότερα, πρωταγωνίστησε σ’ ένα μέτριο μελό του τσέχου σκηνοθέτη Γκούσταφ Μαχάτι με τον τίτλο «Έκσταση», το οποίο θα έμενε στην ιστορία του κινηματογράφου για τη γυμνή σκηνή της λίμνης και τον οργασμό που υποδύθηκε, τον πρώτο στη μεγάλη οθόνη, σύμφωνα με τους ειδικούς.

Η ταινία προκάλεσε σκάνδαλο. Απαγορεύτηκε όχι μόνο από τον Χίτλερ στη Γερμανία, αλλά και στις ΗΠΑ, ενώ η πρωταγωνίστρια παρ’ ολίγο να αφοριστεί από τον Πάπα.
Ο έμπορος όπλων Φριτς Μαντλ, εκστασιασμένος από την ομορφιά της, την ερωτεύτηκε και τελικά την παντρεύτηκε, αφού προηγουμένως φρόντισε να αγοράσει και να καταστρέψει όλες τις κόπιες της ταινίας.

 

Με μια χούφτα κοσμήματα και πολύ θάρρος φθάνει στο Παρίσι και από εκεί παίρνει το πλοίο για τη Νέα Υόρκη. Πάνω στο καράβι γνωρίζεται με τον Λούις Μάγερ, συνιδιοκτήτη της «Μέτρο Γκόλντουιν Μάγερ» (MGM), και μόλις αποβιβάζεται στο νέο κόσμο αρχίζει μια νέα ζωή. Αλλάζει το όνομά της σε Χέντι Λαμάρ, κρατώντας το μικρό της όνομα κι επιλέγοντας ως επώνυμο αυτό μιας παλιάς δόξας του βωβού κινηματογράφου, της Μπάρμπαρα Λαμάρ.

Αμέσως κάνει αισθητή την παρουσία της στο Χόλιγουντ με την εξωτική ομορφιά της. Παίζει δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς: τον Σαρλ Μπουαγέ («Πληγωμένος Αετός», «Algiers» ο αγγλικός τίτλος), τον Κλαρκ Γκέιμπλ («Comrade X»), τον Σπένσερ Τρέισι («I Take This Woman»), τον Βίκτωρ Ματσιούρ («Σαμψών και Δαλιδά», «Samson and Delilah» ο αγγλικός τίτλος) και τον Τζέιμς Στιούαρτ («Come Live with Me»), ενώ τη σκηνοθετούν πρώτης γραμμής σκηνοθέτες, όπως οι Κινγκ Βίντορ και Σεσίλ ντεΜιλ. Υπήρξε και πρώτη επιλογή των παραγωγών της κλασικής ταινίας «Καζαμπλάνκα», για να ενσαρκώσει τον ρόλο της ηρωίδας, δόξα που την τελευταία στιγμή της έκλεψε η Ίνγκριντ Μπέργκμαν.

Η Λαμάρ από την εποχή που ζούσε ακόμη στη Βιέννη είχε αναπτύξει ενδιαφέρον για τις εφαρμοσμένες επιστήμες. Οι πρώτες της εφευρέσεις ήταν ένα δικής της έμπνευσης φανάρι κυκλοφορίας κι ένα χαπάκι, που μετέτρεπε το νερό σε ανθρακούχο.
Με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θέλησε να φανεί χρήσιμη στον αγώνα κατά του Ναζισμού και λόγω της εβραϊκής καταγωγής της. Μαζί με τον πρωτοποριακό συνθέτη Τζορτζ Αντάιλ, που ήταν γείτονάς της, ανακάλυψαν την πρώτη μέθοδο διασποράς φάσματος, που θα ήταν χρήσιμη στο πολεμικό ναυτικό για την καθοδήγηση των τηλεκατευθυνόμενων τορπιλών και την αποφυγή του κινδύνου παρεμβολής παρασίτων από τον εχθρό. Το ναυτικό τελικά δεν υιοθέτησε την εφεύρεσή τους, αλλά πολύ αργότερα αναγνωρίστηκε ως καθοριστική για την εξέλιξη των ασύρματων τηλεπικοινωνιών (Wi-Fi, Bluetooth, CDMA).

Η Χέντι Λαμάρ, πέθανε στις 19 Ιανουαρίου 2000 στο Κάσελμπερι της Φλώριδας, σε ηλικία 86 ετών. Από τους έξι συνολικά γάμους που τέλεσε απέκτησε τρία παιδιά.